αποσχολάζω


αποσχολάζω
κ. -σκολάζω κ. –σκολνώ (AM ἀποσχολάζω)
σταματώ την απασχόληση μου, ξεκουράζομαι
μσν.
(για στράτευμα) εγκαθίσταμαι κάπου και ησυχάζω
αρχ.
1. ψυχαγωγούμαι με κάτι
2. διαθέτω χρόνο για να κάνω κάτι.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀποσχολάζοντα — ἀποσχολάζω rest pres part act neut nom/voc/acc pl ἀποσχολάζω rest pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποσχολάζοντι — ἀποσχολάζω rest pres part act masc/neut dat sg ἀποσχολάζω rest pres ind act 3rd pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποσχολάζουσιν — ἀποσχολάζω rest pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀποσχολάζω rest pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποσχολάσεις — ἀποσχολάζω rest aor subj act 2nd sg (epic) ἀποσχολάζω rest fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποσχολάζειν — ἀποσχολάζω rest pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποσχολάζοντας — ἀποσχολάζω rest pres part act masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποσχολάζοντες — ἀποσχολάζω rest pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποσχολάζων — ἀποσχολάζω rest pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποσχολάσας — ἀποσχολά̱σᾱς , ἀποσχολάζω rest fut part act fem acc pl (doric) ἀποσχολά̱σᾱς , ἀποσχολάζω rest fut part act fem gen sg (doric) ἀποσχολάσᾱς , ἀποσχολάζω rest aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.